
Αααααααααααα... το αεράκι της θάλασσας, η χρυσαφένια άμμος, το κοκτέιλ καρύδας (τόσο μεγάλο που θα μπορούσα να πνίξω άνθρωπο εκεί μέσα), το μαγευτικό ηλοβασίλεμα. Τι ωραία ησυχία, τίποτα δεν μπορεί να τη χαλάσει. Τίποτα εκτός από το ξυπνητήρι μου. Το αναθεματισμένο χτυπάει στις πιο ακατάλληλες στιγμές. Μου έκοψε το όνειρο στο καλύτερο, την ώρα που θα έβγαζε το φουστανάκι και θα αποκάλυπτα στον κόσμο το υπέροχο, ηλιοκαμμένο κορμί μου. Ας το καλό.
Σηκώνομαι βαριεστημένα, μαγεμένη ακόμα από το όνειρο και την εξωτική παραλία. Σκουντουφλώντας πάνω στα πεταμένα παπούτσια, φτάνω στο μπάνιο. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και η σκληρή πραγματικότητα με χτυπάει αλύπητα στα μούτρα. Ποιο ηλιοκαμένο υπέρχο κορμί; Ξεκάθαρα τώρα διακρίνω το χλωμό, πλαδαρό σώμα μου. Έχω το χρώμα του πεθαμένου και το μέγεθος της αγελάδας. Η μαμά μου επιμένει ότι οι αριστοκρατικές γυναίκες είναι άσπρες και ότι όλες στην οικογένεια έχουμε μεσογειακό τύπο, αλλά δεν πείθομαι. Δεν θέλω να είμαι ούτε αριστοκρατική ούτε μεσογειακή. Είναι κακό αυτό;
Είναι μερικές μέρες τώρα που σκέφτομαι ότι δεν θέλω να είμαι έτσι αλλά δεν έχω ιδέα πώς θα ήθελα να είμαι. Πάντως στις 7 το πρωί ξέρω ότι δεν έχω ούτε χρόνο ούτε διάθεση να κάτσω να το αναλύσω. Για το μόνο που έχω χρόνο (αλλά όχι διάθεση, αυτό είναι σίγουρο) είναι να πλυθώ, να πιω έναν καφέ στα όρθια, να ντυθώ και να φύγω. Κάποτε για να φτάσω στη δουλειά, ήθελα 20 λεπτά. Τώρα θέλω μία ώρα, και αυτό τις καλές μέρες. Γιατί υπάρχουν και μέρες που κάθομαι ακίνητη στην κίνηση δύο και τρεις ώρες. Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι αυτές τις ώρες που κάνω για να διασχίσω 30 χιλιόμετρα, θα πήγαινα Παρίσι αεροπορικώς. Τελικά καταλήγω απλώς στον Πειραιά.
Βγαίνω από το μπάνιο και κατευθύνομαι στην κουζίνα για κάφε. Η ανακάλυψη ότι δεν έχω φίλτρα για την καφετιέρα, είναι μπουνιά στο στομάχι. Τι θα κάνω τώρα; Πόσα χτυπήματα να αντέξω πρωί-πρωί; Ούτε ηλιοκαμμένο κορμί, ούτε στητό κώλο, ούτε καφέ; Έλεος πια! Είναι 7:10 και η μέρα ήδη έχει αρχίσει κουλά. Είμαι ξύπνια 10 λεπτά και η μία απογοήτευση διαδέχεται την άλλη. Ξαφνικά θυμήθηκα ότι στην κατάψυξη έχω ένα μισοτελειωμένο παγωτό. Ανοίγω όλο λαχτάρα την πόρτα της κατάψυξης και βλέπω την οικογενειακή συσκευασία με παγωτό σοκολάτα και κομμάτια brownies. Υπάρχει Θεός! Είχα φάει το μισό χτες το βράδι βλέποντας τηλεόραση, μετά την ελαφριά και υγειηνή σαλάτα που αποτελούσε το βραδινό μου. Το άλλο μισό το έβαλα στο ψυγείο γιατί σκέφτηκα ότι το να φάω ένα κιλο παγωτό ήταν πολύ. Ήμουν πολύ περήφανη που συγκρατήθηκα και έφαγα μόνο το μισό. Και τώρα είμαι ευγνώμων γιατί η συγκεκριμένη λιχουδιά αποτελεί εξαιρετικό πρωινό γεύμα.
Πήρα το παγωτό και ένα κουτάλι στο δωμάτιο για να ντυνομαι καθώς θα τρώω. Αφού έβαλα μία μεγάλη κουταλιά στο στόμα μου, άνοιξα την ντουλάπα για να δω τι θα βάλω. Το καλοκαίρι η Αθήνα είναι αφόρητη και τις τελευταίες μέρες η θερμοκρασία έχει ξεπεράσει τους 35 βαθμούς. Χρειάζομαι λοιπόν κάτι ανάλαφρο και δροσερό. Βγάζω ένα φουστανάκι ασπρόμαυρο και το φοράω. Το αισθάνομαι λίγο στενό, αλλά δεν πτοούμαι. Προσπαθώ να ανεβάσω το φερμουάρ αλλά το σκασμένο δεν ανεβαίνει με τίποτα. Τρώω άλλη μία κουταλιά παγωτό για να πάρω δύναμη και επιτέλους καταφέρνω να το ανεβάσω. Όμως τώρα δεν μπορώ να αναπνεύσω. Νιώθω σαν παραγεμισμένο ντολμαδάκι και από το σφίξιμο είμαι σίγουρη ότι δεν οξυγώνεται ο εγκέφαλός μου. Μα πώς είναι δυαντό; Το έχω πληρώσει του κόσμου τα λεφτά και αυτό μπήκε στο πλήσυμο; Τους κλέφτες, τι ποιότητα πουλάνε! Μες τα νεύρα, αρχίζω καινούρια μάχη με το φερμουάρ, αυτή τη φορά για να κατέβει. Βάζω ξανά δύο κουταλίες παγωτό στο στόμα (χρειάζομαι πιο πολύ δύναμη τώρα) και τραβάω το φερμουάρ προς τα κάτω. Χρατς... το σκισα και ξεμπέρδεψα. Τους απατεώνες, με τι τα ράβουν; Θυμώμένη, το πετάω στην καρέκλα.
Τρωγοντας βιαστικά το παγωτό για να μη λιώσει, διαλέγω ένα άσπρο ριχτό φουστάνι, χωρίς φερμουάρ, σαν αυτά που φόραγε η κολλητή μου όταν ήταν έγκυος. Είναι πολύ άνετο και αεράτο αν και το άσπρο πάνω στο χλωμό δέρμα μου με κάνει να φάινομαι σαν φάντασμα. Προς στιγμή, σκέφτομαι να ξαναλλάξω, αλλά το μάτι μου πέφτει πάνω στο ρολόι. Είναι 7:30 και ούτε το παγωτό έχω τελειώσει ούτε έχω βαφτεί, ούτε το μεσημεριανό μου έχω φτιάξει. Χμ, τελικά το άσπρο φόρεμα δεν είναι και τόσο κακό. Βγάζω από το ντουπάλι τα σύνεργα του μακιγιάζ, παίνρω το παγωτό κοντά μου και αρχίζω να βάφομαι. Μου αρέσει να βάφομαι γιατί τουλάχιστον η μούρη μου αποκτά λίγο χρώμα. Όταν τελείωσα, και το βάψιμο και το παγωτό, ήταν 7:45. Ίσα-ίσα που προλαβαίνω να φτιάξω ένα σάντουιτς και να φύγω.
Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, ακούω στο ραδιόφωνο ότι τα μέσα μαζικής μεταφοράς έχουν απεργία. Ωραία, πάλι πηγμένοι θα είναι οι δρόμοι. Πάλι η πτήση της Ολυμπιακής που απογειώνεται τώρα για Παρίσι θα φτάσει πιο γρήγορα στον προορισμό της απ’ οτι εγώ στον Πειραιά. Συγχυσμένη, βγαίνω από το αυτοκίνητο και μπαίνω στο φούρνο της γωνίας. Παίρνω ένα κρουασάν σοκολάτα, ένα βουτύρου και ένα σοκολατούχο γάλα. Αν είναι να κολλήσω στην κίνηση, τουλάχιστον να είμαι εφοδιασμένη. Έχω ανακαλύψη ότι το καλύτερο αντίδοτο στα νεύρα είναι η ζάχαρη. Κι επειδή είναι βέβαιο ότι θα εκνευριστώ στο δρόμο σήμερα, χρειάζομαι τα ηρεμιστικά μου.
Δυόμιση ώρες και δύο κρουασάν αργότερα, φτάνω επιτέλους στη δουλειά. Μπαίνω στο γραφείο και ανοίγω τον υπολογιστή. Έχω αρκετά πράγματα να κάνω και θα χρειαστώ ενέργεια. Κατεβαίνω στο κυλικείο και παίρνω ένα κεκάκι, έναν καφέ (επιτέλους) και μία σοκολάτα με αμύγδαλα. Τα απλώνω στο γραφείο μου και ξεκινώ να τρώω και να δουλεύω. Ξεκινώ από το κέικ, που δεν το λες και φρέσκο, αλλά είναι σοκολατένιο και αυτό μου φτάνει.
Με τη δουλειά και η ώρα περνά γρήγορα. Μιλάω και λίγο στο τηλέφωνο, χαζεύω στο facebook, τρώω τη σοκολάτα με τα αμύγδαλα, κι έτσι φτάνει 2 η ώρα. Ώρα για μεσημεριανό. Βγάζω το σάντουιτς, που είναι φτιαγμένο με τυρί και γαλοπούλα με χαμηλά λιπαρά και αρχίζω να μασουλάω. Αυτές οι υγειηνές αηδίες είναι εντελώς άνοστες και μου αφήνουν μία αίσθηση ανικανοποίητου. Αφού το γεύμα μου ήταν ελαφρύ, και άγευστο, νομίζω ότι δικαιούμαι και ένα γλυκάκι. Απέναντι από τη δουλειά υπάρχει ζαχαροπλαστείο. Παίρνω ένα προφιτερόλ και γυρνάω στο γραφείο. Τρώγοντας, ξαναρχίζω δουλειά. Στις 5, μαζεύω τα μπογαλάκια μου και φεύγω. Αν και το πρωί άργησα να έρθω, δεν πρόκειται να κάτσω παραπάνω. Δεν φταίω εγώ που είχε κίνηση.
Η επιστροφή είναι γρήγορη. Σε 20 λεπτά είμαι σπίτι μου. Ευτυχώς, γιατί έχω αρχίσει να πεινάω. Φτιάχνω μία ωραιότατη μακαρονάδα με μπόλικη σάλτσα, αλλά χωρίς βούτυρο, στρώνομαι μπροστά στην τηλεόραση, και καθαρίζω το πιάτο μου σε λιγότερο από 10 λεπτά. Τελικά τρώω γρήγορα. Πρέπει να το προσέξω αυτό. Βάζω το πιάτο στο νερόχύτι και εξερευνώ την κουζίνα για κανένα γλυκάκι. Βρίσκω μπισκότα και μερέντα. Μια χαρά. Θα φάω δύο τρία μπισκότα με λίγη μερέντα και μετά θα πλύνω τα πιάτα μου. Ξανακάθομαι στην τηλεόραση και ξαφνικά η ώρα πήγε 11. Τι έγινε; Πώς πέρασε η ώρα; Ανάμεσα στα σήριαλ και τα μπισκοτάκια ούτε που το κατάλαβα. Είχα φάει όλη τη μερέντα, μισή με τα μπισκότα και μισή με το κουτάλι, και δεν είχα πλύνει τα πιάτα μου. Τώρα βαριέμαι. Στο κάτω κάτω, μια κατσαρόλα είναι, ένα πιάτο και κάτι κουτάλια και πιρούνια. Σιγά πια. Θα τα κάνω αύριο. Είχα πει ότι θα πάρω και την κολλητή μου τηλέφωνο αλλά τώρα είναι αργά. Αύριο θα γίνει και αυτό. Και να μην ξεχάσω να πάρω και τη μάνα μου γιατί μου τελείωσαν οι ντομάτες. Ξεβάφτηκα, έπλυνα τα δόντια μου, έσβησα το φως και ξάπλωσα να κοιμηθώ. Ανυπομωνώ να ονειρευτώ ξανά. Και αύριο είναι Σάββατο. Το ξυπνητήρι δεν θα μου χαλάσει τα όνειρα.
Μες στο σκοτάδι, και καθώς προσπαθώ να αποκοιμηθώ, διακρίνω πάνω στην καρέκλα το ασπρόμαυρο φόρεμα που έσκισα το πρωι. Κρίμα, ήταν ωραίο φόρεμα. Μαλλον θα το πάω στη μαμά μου να μου το φτιάξει. Και ξανφικά, εκεί που δεν το περιμένω, βάζω τα κλάματα. Μου το φτιάξει δεν μου το φτιάξει τι σημασία έχει αφού δεν μου κάνει; Και τώρα που το σκέφτομαι, δεν έχει πλυθεί γιατί φέτος δεν το είχα ξαναβάλει, άρα δεν έχει μπει. Και πέρσι, μου έκανε. Αγχώθηκα και έχει τελειώσει και η μερέντα. Ανάβω το φως, σκουπίζω τα μάτια μου και προσπαθώ να σκεφτώ τι έχει γίνει. Γιατί κλαίω; Γιατί δεν μου κάνει το φόρεμα; Γιατί θέλω πάλι γλυκό; Πού είναι τα χαρτομάντηλα;
Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν τρέχει τίποτα. Ξέρω τι χρειάζομαι για να μου φτιάξει το κέφι. Επειδή όμως δεν έχω άλλο γλυκό στο σπίτι, βάζω στο βίντεο μία ταινία με τη Βασιλειάδου για να γελάσω λίγο. Όμως, προς μεγάλη μου έκλπηξη, δεν γελάω. Το μυαλό μου είναι κολλημένο στο φόρεμα. Γιατί δεν μου κάνει; Τα άλλα ρούχα μου χωράνε; Αν και μέσα μου ξέρω ότι δεν θα μου βγει σε καλό, σηκώνομαι και κατευθύνομαι προς την ντουλάπα μου. Κοιτάζοντας τα ρούχα μου, που είναι αρκετά να ντύσουν από την κορυφή ως τα νύχια όλη τη Βούλα, σκέφτομαι τι δουλειές πάω να ανοίξω νυχτιάτικα. Τα κοιτάω ακίνητη, με μάτια δακρυσμένα, ενώ η Βασιλειάδου δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας. Τα κοιτάω και δεν κουνιέμαι. Δεν κάνω τίποτα. Είναι καλύτερα να ξαναγυρίσω στο κρεβάτι και να μη δώσω συνέχεια. Δεν έγινε και τίποτα.
Μάλλον το χέρι μου έχει αποκτήσει αυτονομία γιατί όσο εγώ σκέφτομαι ότι αγχώνομαι χωρίς λόγο, αυτό έχει ήδη τεντωθεί και έχει βγάλει ένα παντελόνι. Δεν θυμώμουν ότι το είχα. Ποιος ξέρω από πότε έχω να το βάλω. Εντελώς μηχανικά, βγάζω το νυχτικό μου, που θυμίζει αντίσκηνο, και βάζω το παντελόνι. Φτάνει μέχρι λίγο πιο πάνω από τα γόνατα και κολλάει. Δεν ανεβαίνει πιο πάνω. Ξαναβάζω τα κλάματα, το πετάω στην άκρη και πιάνω ένα άλλο. Τα ίδια. Μέσα σε λίγη ώρα κατέληξα να έχω ένα βουνο με ρούχα στο πάτωμα που δεν μπαίνουν, δεν ανεβαίνουν ή δεν κουμπώνουν, και ένα λοφάκι με ρούχα που είναι άνετα. Ένα φουστάνι, το άσπρο που φόραγα το πρωί, ένα κάπρι τεράστιο, και μία φούστα με λάστιχο. Στάθηκα και τα κοίταζα με έκπληξη. Μα πώς είχε γίνει αυτό; Και γιατί δεν άφησα λίγη μερέντα στο βάζο για μια ώρα ανάγκης σαν κι αυτή; Όμως με τέτοια απογοήτευση τι να σου κάνει η μερέντα; Εδώ χρειάζονται δραστικά μέτρα. Βάζω μία φόρμα (ακόμα ένα ρούχο που μου κάνει, χα!), τα αθλητικά μου παπούτσια και πάω στο περίπτερο που είναι ανοιχτό όλη νύχτα. Παίρνω τρεις σοκολάτες και ένα σακούλι πατατάκια. Γυρίζω, κάθομαι στο πάτωμα ανάμεσα στο βουνό και το λοφάκι και ξετυλίγω τη μία σοκολάτα. Δαγκώνω με λαχτάρα ένα μεγάλο κομμάτι και το αφήνω να λιώσει στο στόμα μου. Όμως αισθάνομαι χειρότερα. Πρώτη φορά συμβαίνει αυτό. Μου έρχεται αηδία, το στομάχι μου είναι κόμπος και θέλω να κάνω εμετό.
Σηκώνομαι, ακουμπάω τη σοκολάτα στο κομοδίνο και ανοίγω το συρτάρι με τις μπλούζες. Τι έχω πάθει; Έχω βαλθεί να πάθω κατάθλιψη; Γιατί αυτό θα γίνει αν συνειδητοποιήσω ότι δεν μου κάνουν και οι μπλούζες μου. Αλλά δεν μπορώ να σταματήσω. Ξεκινάω να δοκιμάζω και καταλήγω πάλι με ένα βουνό και ένα λοφάκι. Το βουνό περιλαμβάνει τις μπλούζες τις σέξι, με τα ντεκολτές και τα ωραία σχέδια που δεν μου κάνουν. Το λοφάκι περιλαμβάνει τις μπλούζες – σακούλες. Αυτές που με κάνουν να φαίνομαι 8 μηνών έκγυος. Πολύ ωραία. Στις 2 το πρωί είμαι ξύπνια, χωρίς ρούχα, στα πρόθυρα της κατάθλιψης, με παρέα τη Βασιλειάδου και τις σοκολάτες και όλα αυτά γιατί; Γιατί το πρωί έσπασε το φερμουάρ του φουστανιού. Ένα φερμουάρ άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και ξεχύθηκαν από μέσα πράγματα που ήταν μια χαρά κρυμμένα. Και τώρα δηλαδή εγώ πρέπει να αποφασίσω αν θα τα ξαναχώσω μέσα ή αν θα τα αντιμετωπίσω. Καταραμένα φερμουάρ. Ποτέ δεν τα χώνεψα. Ζήτω τα λάστιχα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου